[…] – Όχι, πες μου, λέω στην Αννούλα. Τι γούστο βρίσκεις να γράφεις στους τοίχους του Γκύζη; Αν είχε έρθει μαζί μας στο Χημείο, θα ’βλεπες τη διαφορά. Εκεί μάλιστα! Την άλλη μέρα περνάς από μπροστά και νιώθεις πως κάτι έκανες. Άσε που σε διαβάζει όλη η Αθήνα.
Το Κούλι με τα γατίσια μάτια της με κοροϊδεύει.
– Μα εσύ παιδί μου, έχεις ξεπεράσει κάθε όριο σνομπισμού! Ακούς εκεί, σε διαβάζει όλη η Αθήνα!
Αντίσταση κάνεις ή κοσμική ζωή;
– Δε πα να λες, επιμένω εγώ. Στις φιλήσυχες γειτονιές, η δουλειά δεν έχει συγκίνηση. «Βίβερε περικολοζαμέντε», που λένε κι οι φίλοι μας οι Ιταλοί. […]
[…] – Λες κουταμάρες! Πήγαινε στο Χημείο και δες τον τοίχο μου. Έγραψα τρία συνθήματα… Μάλιστα! Κα μην κοροϊδεύεις, κυρά μου. Τα ‘γραψα ολομόναχη με γράμματα μεγάλα και καθαρά. […]