[…] Διασχίζει την οδό Πατησίων. Τ’ αυτοκίνητα εξαφανίστηκαν. Τα τραμ περνάνε γεμάτα. Ο κόσμος τώρα μαζεύεται νωρίς. Άλλοτε, με την άνοιξη, δε σου ’κανε καρδιά να κλειστείς στο σπίτι. Πόσες έχουμε σήμερα; Δευτέρα, 19 Μαΐου. Όλες οι μέρες μοιάζουνε, απαράλλαχτες, τις μπερδεύεις. Όταν δε δουλεύεις, και η Κυριακή καθημερινή είναι.
Μπροστά στο Πολυτεχνείο κοντοστέκεται. Άδειος ο μεγάλος αυλόγυρος. Κλειστές οι καγκελένιες πόρτες. Λίγο πιο κει ένας άντρας καλοντυμένος, με ξουρισμένο κεφάλι, στέκεται ακουμπισμένος στον τοίχο. Με το ’να χέρι βαστάει ένα ξανθό κοριτσάκι, τριών τεσσάρων χρονώ, με τ’ άλλο κρύβει τα μάτια του και κλαίει μ’ αναφιλητά. Ο κύριος καθηγητής τον προσπερνάει χωρίς να γυρίσει το κεφάλι. Κανένας δε σταματάει μπροστά σ’ αυτόν τον άντρα που κλαίει. Ένας κόμπος - λυγμός ανεβαίνει και πνίγει τον Σωκράτη. Παίρνει μια βαθιά ανάσα. Για να έχει ξουρισμένο κεφάλι, στρατιώτης θα ’ναι. Θα γύρισε από το μέτωπο. […]