[…]– Πάμε στου Ζόναρς;
– Στου Ζόναρς;
Η χαρά της Ζωής τής πνίγει την ανάσα. Στου Ζόναρς μ’ έναν υποσμηναγό! Πού είσαι Αθηνά να δεις τη φίλη σου;
– Ή θέλεις αλλού, να ’χει λιγότερο κόσμο;
– Τι λες! Στου Ζόναρς, στου Ζόναρς!
Πέντε λεφτά και φτάσανε. Μόλις ανοίγουνε την κρυστάλλινη πόρτα, η ζέστα τους αγκαλιάζει. Έχει πολύ κόσμο. Είναι η ώρα της μεσημεριάτικης συζήτησης. Τα γκαρσόνια πάνε κι έρχονται. Γλιστράνε ανάμεσα στα τραπέζια, με τους δίσκους γεμάτους. Σκύβουνε ευγενικά στους πελάτες και μιλάνε χαμηλόφωνα. Ο Περικλής σκέφτεται: «Πρώτη φορά μπαίνω στου Ζόναρς».
– Ξέρεις, Περικλή, όσο κι αν σου φανεί παράξενο, δεν έτυχε ποτέ μα ποτέ να ‘ρθω στου Ζόναρς. Με τους φίλους πηγαίνουμε σε κάτι ζαχαροπλαστεία της κακιάς συμφοράς. […]